Τα παρατηρείς
καθώς περνάς δίπλα τους? Τα πρόσέχεις
καν ότι βρίσκονται εκεί? Ή είσαι τόσο
απασχολημένος/η από τις έγνοιες, την
ροή των σκέψεων του νου ή την ροή των
εικόνων στην οθόνη του κινητού σου?
Κάποιο μέρος της συνείδησής σου όμως
καταγράφει πως ένα σταθερό ζευγάρι
μάτια σε κοιτάει, ένα ζευγάρι κέρατα σε τσιγγλάει, καθώς περιηγήσε την
πόλη.
Αν η πόλη
έχει συνείδηση, αυτά είναι τα μάτια που
χρησιμοποιεί για να καταγράψει, και όχι
οι κάμερες ασφαλείας (αυτές
είναι τα μάτια της ανασφάλειας).
Όχι για να καταγράψουν
όπως οι κάμερες αλλά σαν ένα μέσο που
σκοπό έχει να σε βγάλει από τον νου ο
οποίος βρίσκεται σχεδόν συνεχώς στο
παρελθόν ή το μέλλον, και να σε φέρουν
στο παρών.
Αλλά
γιατί άραγε ο καλλιτέχνης να επέλεξε
αυτά τα ζώα? Θέλει να δημιουργήσει μία
σύγχρονη μυθολογία? Θέλει να αναστήσει
την αρχαία? Θέλει να τα αναγάγει σε
αρχέτυπα?
Όπως
η κουκουβάγια βλέπει υπέροχα μέσα στο
μαύρο σκοτάδι, έτσι η συνείδηση δεν
χρειάζεται αποδείξεις και λογική για
να λειτουργήσει στο σκοτάδι του μεσαίωνα
που ζούμε -μόνο παρουσία και λόγο που
ανάγεται στο σώμα, τις αρετές και την
ακεραιότητα. Όπως το ελάφι είναι
υπερ-ευαίσθητο στα ερεθίσματα, σβέλτο,
γρήγορο με χάρη στην ανταπόκριση, έτσι
και ο νους και η συνείδηση μπορούν να
λειτουργούν εκλεπτυσμένα στην επίγνωση
-όσο αποβαλλουμε τον θόρυβο που μας
κατακλύζει. Ή μπορεί να είναι απλά τα
σύμβολα των θεαινών -Αθηνα και Άρτεμης.
Αυτές φύγανε, τις έδιωξαν τα τσιμέντα
και τα μπαζωμένα μυαλά, τα σύμβολά τους
όμως έμειναν. Και μείναμε εμείς, ζώα και
άνθρωποι, φορείς θεικότητας και κολάσεως,
εκλεπτυσμένα και άγρια πλάσματα
συγχρόνως.

Αυτή η
ένταση—ανάμεσα στο τρέξιμο και την
παρατήρηση—είναι ολόκληρη η ιστορία
της ζωής στην πόλη. Και τυχαίνει να
στέκεσαι ανάμεσά τους, νομίζοντας ότι
είσαι ο πρωταγωνιστής. Ίσως να είναι
επίκληση σε αυτά που κουβαλάμε εν
δυνάμει, και στο ότι είμαστε σύμβολα
της εποχής μας.
Ένας παράδεισος
είναι κοντά, αλλά δεν έχει ακόμη
επιτευχθεί· μια κόλαση είναι κοντά, και
δεν έχει ακόμη ξεχαστεί» Ράινερ
Μαρία Ρίλκε
English version:
Do you
notice them as you walk past? Do you even realize they’re there? Or
are you so preoccupied with your worries, the stream of thoughts in
your mind, or the stream of images on your phone screen? Yet some
part of your consciousness registers that a steady pair of eyes is
watching you, a pair of horns is teasing you,
as you wander through the city.
If the city has a
consciousness, these are the eyes it uses to observe, not the
security cameras (those are the eyes of insecurity). Not to record
like cameras do, but as a means intended to pull you out of your
mind—which is almost constantly in the past or the future—and
bring you into the present.
But why did the artist
choose these animals? Does he want to create a modern mythology? Does
he want to resurrect the ancient one? Does he want to elevate them to
archetypes?
Just as the owl sees perfectly in the
pitch-black darkness, so too does consciousness require no proof or
logic to function in the darkness of the Middle Ages in which we
live—only presence and a conscience
rooted in the body, virtues, and integrity. Just as the deer is
hypersensitive to stimuli, agile, and quick to respond with grace, so
too can the mind and consciousness function with refined awareness—as
long as we cast aside the noise that overwhelms us. Or perhaps they
are simply the symbols of the goddesses—Athena and Artemis. They
are gone, driven away by concrete and muddled minds, yet their
symbols remain. And we remained, animals and humans, bearers of
divinity and hell, refined and wild creatures at the same time.
This tension—between running and observing—is the entire
story of life in the city. And you happen to stand among them,
thinking you are the protagonist. Perhaps it is an invocation of what
we carry within us, and of the fact that we are symbols of our
time.
“A paradise is near, but has not yet been attained; a
hell is near, and has not yet been forgotten.” Rainer Maria Rilke